Category Archives: Εδμόνδος Αμπούντ

CT SPECIAL – ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ – «OI ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΕΩΝ» / ΕΔΜΟΝΔΟΣ ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΑΛΕΝΤΙΝ ΑΜΠΟΥ

Συντάκτης Dan Cooper

Το τεύχος των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ «οι Βασιλείς των ορέων» διαδραματίζεται στην Ελλάδα του Όθωνα και είναι γραμμένο από τον Εντμόντ Φρανσουά Βαλεντίν Αμπού (Edmond Francois Valentin About). Ο Αμπού ήταν Γάλλος συγγραφέας, ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος. Το 1851 ήρθε στην Αθήνα ως υπότροφος της Γαλλικής Σχολής και έμεινε 4 χρόνια περιοδεύοντας την χώρα. Απογοητευμένος από όσα είδε όταν επέστρεψε στο Παρίσι, δημοσίευσε το βιβλίο του Σύγχρονη Ελλάδα (1855), στο οποίο σχολιάζει, επικριτικά (υπερβάλλοντας κάποιες φορές και αδικώντας μας άλλες) την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας. Το μυθιστόρημα «Βασιλείς των Ορέων» δημοσιεύθηκε λίγο μετά και σε αυτό περιγράφεται η κατάσταση που επικρατούσε στην ελληνική επαρχία στο θέμα των ληστρικών συμμοριών, αρκετά μεγαλοποιημένη. Κατά κάποιο τρόπο, ο Αμπού περιγράφει κάποια από τα γεγονότα της σφαγής του Δήλεσι 15 χρόνια πριν αυτά συμβούν. Στο μυθιστόρημα αυτό αντέδρασαν άλλοι υπότροφοι της Γαλλικής Σχολής της Αθήνας, με την δημοσίευση μιας σειράς άρθρών που αμφισβητούσαν την αντικειμενικότητα του Αμπού. Η αμερικανική έκδοση των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ αναφέρει τις ελληνικές αντιδράσεις για το μυθιστόρημα του Αμπού και ταυτόχρονα στο ίδιο τεύχος παρουσιάζει την δίκη του Σωκράτη για να ισορροπήσει κατά μάλλον τις εντυπώσεις.

Το γεγονός είναι ότι ο Αμπού περιγράφει την πραγματικότητα που βρήκε στην Ελλάδα του 1854, φτώχεια, έλλειψη υποδομών, αδυναμία επιβολής των νόμων της κεντρικής εξουσίας και μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Αμπού περιγράφει με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή και όπως είναι φυσικό έχει άποψη για όλα.  Κάποιες φορές υπερβάλλει επειδή του είναι δύσκολο να κατανοήσει τους διαφορετικούς θεσμούς που ισχύουν στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Ίσως να είναι υπερβολικά επικριτικός επειδή προσγειώθηκε ανώμαλα στην ελληνική πραγματικότητα. Του είναι δύσκολο όπως και σε εμάς που ζούμε 150 χρόνια μετά, να συνειδητοποιήσει ότι οι Έλληνες δεν είναι δυνατόν με την υπογραφή της συνθήκης για την απελευθέρωση της Ελλάδας να αλλάξουν αμέσως τρόπο ζωής, συνήθειες και συμπεριφορές που ίσχυσαν για εκατοντάδες χρόνια. Η Ελλάδα προσπαθούσε να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος (πολλές φορές με λάθος τρόπους) αλλά πολύ απείχε ακόμη από το να το κατορθώσει. Και μάλλον εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ ακόμη.

Η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζεται με δυσπιστία (έως εχθρικά) η αστική τάξη είναι σχεδόν ανύπαρκτη και πυρήνας της κοινωνίας είναι η κοινότητα και η εκκλησία. Πολλοί πρώην αγωνιστές της επανάστασης αδυνατούν να προσαρμοσθούν στην ειρηνική περίοδο και κυρίως στον μετασχηματισμό της Ελλάδας σε σύγχρονο κράτος δυτικού τύπου. Οι απαγωγές για λύτρα είναι μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, όπως είναι και η διαπλοκή ανάμεσα στους ληστές και τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες. Η αυτοδικία ήταν σε μεγάλο βαθμό αποδεκτή και τα περισσότερα θέματα στις σχέσεις των ανθρώπων καθοριζόταν με βάση εθιμικούς κανόνες και όχι γραπτό δίκαιο. Η ληστεία ήταν κοινωνικά αποδεκτή, ανάλογα με την περιοχή και την συμπεριφορά των ληστών. Εάν οι ληστές τηρούσαν κάποιους κανόνες υπήρχε περίπτωση να θεωρούνται ένα είδος «κοινωνικού αγωνιστή» κάτι σαν τον Ρομπέν των δασών.

Η ληστεία ήταν ένα καθημερινό γεγονός. Οι ληστές έφταναν μέχρι τα προάστια των Αθηνών. Η Αττική ήταν ακόμα γεμάτη από δάση. Οι Αμπελόκηποι ήταν μια χέρσα περιοχή και στην θέση του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» ήταν πυκνό δάσος με βελανιδιές και πεύκα που οι ντόπιοι κυνηγούσαν αγριογούρουνα. Η «Ληστοκρατία» βρισκόταν σε έξαρση κατά την μετεπαναστατική περίοδο, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει αρχικά οι Βαυαροί και στη συνέχεια οι διάφορες κυβερνήσεις για την εξουδετέρωση της, με συνέπεια τα κρούσματα της να είναι συχνά μέχρι και στο δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα, αλλά ακόμη και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου. Η ελληνική ύπαιθρος θεωρείται απολύτως απαλλαγμένη από την ληστεία μόνο μετά την λήξη του εμφυλίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1950

Χαρακτηριστικό γεγονός της εποχής είναι η λεγόμενη «Σφαγή του Δήλεσι» (ή δράμα του Ωρωπού) που συνέβη λίγα χρόνια αργότερα στις αρχές του Απριλίου του 1870 στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό είχε τεράστιο αντίκτυπο στις διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Αγγλία αφενός και Ιταλία αφετέρου και οδήγησε τελικά στην πτώση της κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαΐμη.

Το πρωί της Δευτέρας 29 Μαρτίου του 1870 μια ομάδα Άγγλων κυρίως περιηγητών που την αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο εγγονός του κόμη Γκρέϋ Φρειδερίκος Βίνερ, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο Δικηγόρος Λόϋντ με την σύζυγο και την κόρη του, o γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας της Αθήνας κόμης Αλβέρτος ντε Μπόιλ, ένας Ιταλός υπηρέτης και ένας Έλληνας ξεναγός ο Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, υπάλληλος του ξενοδοχείου Αγγλία, όπου είχε καταλύσει η παραπάνω ομάδα, ξεκίνησαν με δύο άμαξες να επισκεφθούν την ιστορική περιοχή του Μαραθώνα με την συνοδεία και τεσσάρων εφίππων χωροφυλάκων.

Μετά την ολοκλήρωση της ξενάγησης, καθώς επέστρεφαν στην Αθήνα, γύρω στις 16.30 ώρα, ενώ βρισκόταν ανάμεσα στο Πικέρμι και τα Σπάτα, δέχτηκε επίθεση από τη συμμορία των λήσταρχων Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη, που την αποτελούσαν περίπου 25 ληστές. Οι χωροφύλακες επετέθησαν στους ληστές, αλλά η αριθμητική διαφορά ήταν τεράστια, και σύντομα οι δύο σκοτώθηκαν και οι άλλοι δύο τραυματίσθηκαν. Οι ληστές περικύκλωσαν τις άμαξες και υποχρέωσαν όλους τους περιηγητές να κατεβούν. Πήραν από το λαιμό της Λάιδης Μάνκαστερ ένα διαμαντένιο κόσμημα και οδήγησαν την ομάδα σε μια σπηλιά της Πεντέλης.

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία της εποχής, πλησίασε στο χώρο της αιχμαλωσίας ένα μικρό απόσπασμα έξι στρατιωτών, πιθανώς από το Πικέρμι, οι οποίοι επετέθησαν στους ληστές, αλλά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, όταν οι ληστές απείλησαν ότι θα σκότωναν όλους τους αιχμαλώτους τους.

Οι ληστές, για να είναι πιο ευκίνητοι, απελευθέρωσαν τις γυναίκες, τους 3 τραυματίες χωροφύλακες και τον Ιταλό υπηρέτη, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα πάθαιναν τίποτε οι σύζυγοί των.

Στη συνέχεια, οι ληστές υποχρέωσαν τους αιχμαλώτους τους να στείλουν επιστολές, αναγγέλλοντας στην Αθήνα την ομηρία τους και την απαίτηση καταβολής λύτρων 32.000 αγγλικών λιρών. Λίγο μετά, οι όροι άλλαξαν σε 50.000 αγγλικές λίρες, παροχή αμνηστίας και διακοπή κάθε περαιτέρω καταδίωξης εκ μέρους της Πολιτείας μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η αγγλική πρεσβεία υποστήριξε την άποψη ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί οι όροι των ληστών. Ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος (πολύ σωστά κατά την γνώμη μου) αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση, θεωρώντας ότι η υποχώρηση στις αξιώσεις του Αρβανιτάκη για αμνηστία αποτελούσε απαράδεκτο εξευτελισμό για το κράτος. Η καθυστέρηση της κυβερνητικής απάντησης εξόργισε τους ληστέ,ς και ο λόρδος Μάνκαστερ, ένας από τους συλληφθέντες, ζήτησε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αθήνα, ώστε να στείλει στους ληστές το ποσόν των 25.000 λιρών και να φροντίσει για τη χορήγηση αμνηστίας.  Η ελληνική κυβέρνηση, κατόπιν πιέσεων από την Αγγλική πρεσβεία, δέχεται να δώσει τα χρήματα, αλλά για αμνηστία δεν το συζητά. Οι μέρες περνού,ν οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και οι ληστές σουλατσάρουν ελεύθεροι στην ευρύτερη περιοχή. Μια Κυριακή μάλιστα πάνε και στην εκκλησία του Ωρωπού να παρακολουθήσουν την θεία λειτουργία.

Στις 9 Απριλίου, η κυβέρνηση ανέθεσε στον ταγματάρχη Θεαγένη να πάρει δύο λόχους στρατού και να πάει να ελευθερώσει τους ομήρους. Όντως, το απόσπασμα του Θεαγένη εντόπισε τους ληστές  στην θέση Άγιος Γεώργιος Ωρωπού και επιτέθηκε αμέσως. Μετά από τρίωρη μάχη σκοτώθηκε ένας ληστής, και ο Χρήστος Αρβανιτάκης σκότωσε τον Λόϋντ. Ενώ οι ληστές υποχωρούν, οι στρατιώτες σκότωσαν τέσσερις ακόμη ληστές. Όταν η συμμορία έφτασε στο Δήλεσι, οι Αρβανιτάκηδες, εξαγριωμένοι, διέταξαν τον ληστή Καταραχιά να σφάξει τους άλλους τρεις ομήρους. Τους Μπόιλ, Βίκνερ και Χέμπερτ.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν και δέκα στρατιώτες. Οι επιζώντες από τους ληστές σκορπίστηκαν στα βουνά και η καταδίωξη τους κράτησε μήνες. Όσοι συνελήφθησαν εκτελέσθηκαν σε κοινή θέα στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα, ενώ οι ελάχιστοι που πέρασαν στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία συνελήφθησαν και κρεμάστηκαν από τους Τούρκους.

Οι ληστές κατόρθωσαν να διαφύγουν, και οι συνέπειες υπήρξαν βαριές. Ο φόνος των τεσσάρων περιηγητών από τη συμμορία του Αρβανιτάκη δημιούργησε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο. Ο υπουργός εσωτερικών Ανδρέας Αυγερινός αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 9 Ιουλίου 1870, και το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε από την Αγγλία και την Ιταλία να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων, καταβάλλοντας σε κάθε οικογένεια θύματος από 22.000 λίρες, να αποδώσει τιμές στους νεκρούς και να εκφράσει επίσημα τη λύπη της στις κυβερνήσεις των κρατών αυτών. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε.

Στον ευρωπαϊκό Τύπο η Ελλάδα αναφερόταν ως «φωλέα ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων», «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». Η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το γεγονός, και η αγγλική κυβέρνηση στη Βουλή χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.

Στην δίκη των ληστών, που συνελήφθησαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων «φωτογραφήθηκε» σαν εγκέφαλος της απαγωγής ο Άγγλος τσιφλικάς Φρανκ Νόελ, ο οποίος και παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά απαλλάχθηκε με βούλευμα, λόγω των πιέσεων που άσκησε ο Βρετανός πρεσβευτής Έρσκιν. Όπως αποδείχθηκε, συχνά ο Νόελ προσέφερε καταφύγιο στα απέραντα τσιφλίκια του σε συμμορίες ληστών, όταν η πίεση των καταδιωκτικών αποσπασμάτων γινόταν ανυπόφορη.

Για σχέσεις με τους ληστές κατηγορήθηκε και ο υπουργός στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος, ο οποίος, για να υπερασπιστεί την τιμή του, κάλεσε σε μονομαχία και τραυμάτισε σοβαρά τον συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο. Ο Σούτσος ήταν μεγαλοτσιφλικάς (υπολογίζεται ότι είχε πάνω από 200.000 στρέμματα στην Αττική) γι’ αυτό και χρησιμοποιούσε τους ληστές για να προστατεύουν τις εκτάσεις του. Ανεξάρτητα από το εάν πράγματι ο Σούτσος είχε σχέσεις με τους Αρβανιτάκηδες, γεγονός είναι πως πολλοί πολιτικοί της εποχής χρησιμοποιούσαν συμμορίες ληστών για να πιέζουν τους ψηφοφόρους τους. Η «Σφαγή του Δήλεσι» ήταν ένα από τα πιο θλιβερά γεγονότα της περιόδου, όχι μόνο γιατί στοίχισε στο ελληνικό κράτος αρκετά εκατομμύρια δραχμές, αλλά και επειδή εξαιτίας της καταρρακώθηκε διεθνώς το κύρος της χώρας.

links

 

  • Οι ληστές – 3. Οι Αρβανιτάκηδες και η σφαγή στο Δήλεσι

 

·         Βιογραφικό και βιβλία του συγγραφέα: Εντμόντ Αμπού