Category Archives: Ιστορία

CT SPECIAL – ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ – «OI ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΕΩΝ» / ΕΔΜΟΝΔΟΣ ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΑΛΕΝΤΙΝ ΑΜΠΟΥ

Συντάκτης Dan Cooper

Το τεύχος των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ «οι Βασιλείς των ορέων» διαδραματίζεται στην Ελλάδα του Όθωνα και είναι γραμμένο από τον Εντμόντ Φρανσουά Βαλεντίν Αμπού (Edmond Francois Valentin About). Ο Αμπού ήταν Γάλλος συγγραφέας, ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος. Το 1851 ήρθε στην Αθήνα ως υπότροφος της Γαλλικής Σχολής και έμεινε 4 χρόνια περιοδεύοντας την χώρα. Απογοητευμένος από όσα είδε όταν επέστρεψε στο Παρίσι, δημοσίευσε το βιβλίο του Σύγχρονη Ελλάδα (1855), στο οποίο σχολιάζει, επικριτικά (υπερβάλλοντας κάποιες φορές και αδικώντας μας άλλες) την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας. Το μυθιστόρημα «Βασιλείς των Ορέων» δημοσιεύθηκε λίγο μετά και σε αυτό περιγράφεται η κατάσταση που επικρατούσε στην ελληνική επαρχία στο θέμα των ληστρικών συμμοριών, αρκετά μεγαλοποιημένη. Κατά κάποιο τρόπο, ο Αμπού περιγράφει κάποια από τα γεγονότα της σφαγής του Δήλεσι 15 χρόνια πριν αυτά συμβούν. Στο μυθιστόρημα αυτό αντέδρασαν άλλοι υπότροφοι της Γαλλικής Σχολής της Αθήνας, με την δημοσίευση μιας σειράς άρθρών που αμφισβητούσαν την αντικειμενικότητα του Αμπού. Η αμερικανική έκδοση των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ αναφέρει τις ελληνικές αντιδράσεις για το μυθιστόρημα του Αμπού και ταυτόχρονα στο ίδιο τεύχος παρουσιάζει την δίκη του Σωκράτη για να ισορροπήσει κατά μάλλον τις εντυπώσεις.

Το γεγονός είναι ότι ο Αμπού περιγράφει την πραγματικότητα που βρήκε στην Ελλάδα του 1854, φτώχεια, έλλειψη υποδομών, αδυναμία επιβολής των νόμων της κεντρικής εξουσίας και μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Αμπού περιγράφει με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή και όπως είναι φυσικό έχει άποψη για όλα.  Κάποιες φορές υπερβάλλει επειδή του είναι δύσκολο να κατανοήσει τους διαφορετικούς θεσμούς που ισχύουν στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Ίσως να είναι υπερβολικά επικριτικός επειδή προσγειώθηκε ανώμαλα στην ελληνική πραγματικότητα. Του είναι δύσκολο όπως και σε εμάς που ζούμε 150 χρόνια μετά, να συνειδητοποιήσει ότι οι Έλληνες δεν είναι δυνατόν με την υπογραφή της συνθήκης για την απελευθέρωση της Ελλάδας να αλλάξουν αμέσως τρόπο ζωής, συνήθειες και συμπεριφορές που ίσχυσαν για εκατοντάδες χρόνια. Η Ελλάδα προσπαθούσε να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος (πολλές φορές με λάθος τρόπους) αλλά πολύ απείχε ακόμη από το να το κατορθώσει. Και μάλλον εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ ακόμη.

Η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζεται με δυσπιστία (έως εχθρικά) η αστική τάξη είναι σχεδόν ανύπαρκτη και πυρήνας της κοινωνίας είναι η κοινότητα και η εκκλησία. Πολλοί πρώην αγωνιστές της επανάστασης αδυνατούν να προσαρμοσθούν στην ειρηνική περίοδο και κυρίως στον μετασχηματισμό της Ελλάδας σε σύγχρονο κράτος δυτικού τύπου. Οι απαγωγές για λύτρα είναι μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, όπως είναι και η διαπλοκή ανάμεσα στους ληστές και τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες. Η αυτοδικία ήταν σε μεγάλο βαθμό αποδεκτή και τα περισσότερα θέματα στις σχέσεις των ανθρώπων καθοριζόταν με βάση εθιμικούς κανόνες και όχι γραπτό δίκαιο. Η ληστεία ήταν κοινωνικά αποδεκτή, ανάλογα με την περιοχή και την συμπεριφορά των ληστών. Εάν οι ληστές τηρούσαν κάποιους κανόνες υπήρχε περίπτωση να θεωρούνται ένα είδος «κοινωνικού αγωνιστή» κάτι σαν τον Ρομπέν των δασών.

Η ληστεία ήταν ένα καθημερινό γεγονός. Οι ληστές έφταναν μέχρι τα προάστια των Αθηνών. Η Αττική ήταν ακόμα γεμάτη από δάση. Οι Αμπελόκηποι ήταν μια χέρσα περιοχή και στην θέση του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» ήταν πυκνό δάσος με βελανιδιές και πεύκα που οι ντόπιοι κυνηγούσαν αγριογούρουνα. Η «Ληστοκρατία» βρισκόταν σε έξαρση κατά την μετεπαναστατική περίοδο, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει αρχικά οι Βαυαροί και στη συνέχεια οι διάφορες κυβερνήσεις για την εξουδετέρωση της, με συνέπεια τα κρούσματα της να είναι συχνά μέχρι και στο δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα, αλλά ακόμη και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου. Η ελληνική ύπαιθρος θεωρείται απολύτως απαλλαγμένη από την ληστεία μόνο μετά την λήξη του εμφυλίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1950

Χαρακτηριστικό γεγονός της εποχής είναι η λεγόμενη «Σφαγή του Δήλεσι» (ή δράμα του Ωρωπού) που συνέβη λίγα χρόνια αργότερα στις αρχές του Απριλίου του 1870 στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό είχε τεράστιο αντίκτυπο στις διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Αγγλία αφενός και Ιταλία αφετέρου και οδήγησε τελικά στην πτώση της κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαΐμη.

Το πρωί της Δευτέρας 29 Μαρτίου του 1870 μια ομάδα Άγγλων κυρίως περιηγητών που την αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο εγγονός του κόμη Γκρέϋ Φρειδερίκος Βίνερ, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο Δικηγόρος Λόϋντ με την σύζυγο και την κόρη του, o γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας της Αθήνας κόμης Αλβέρτος ντε Μπόιλ, ένας Ιταλός υπηρέτης και ένας Έλληνας ξεναγός ο Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, υπάλληλος του ξενοδοχείου Αγγλία, όπου είχε καταλύσει η παραπάνω ομάδα, ξεκίνησαν με δύο άμαξες να επισκεφθούν την ιστορική περιοχή του Μαραθώνα με την συνοδεία και τεσσάρων εφίππων χωροφυλάκων.

Μετά την ολοκλήρωση της ξενάγησης, καθώς επέστρεφαν στην Αθήνα, γύρω στις 16.30 ώρα, ενώ βρισκόταν ανάμεσα στο Πικέρμι και τα Σπάτα, δέχτηκε επίθεση από τη συμμορία των λήσταρχων Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη, που την αποτελούσαν περίπου 25 ληστές. Οι χωροφύλακες επετέθησαν στους ληστές, αλλά η αριθμητική διαφορά ήταν τεράστια, και σύντομα οι δύο σκοτώθηκαν και οι άλλοι δύο τραυματίσθηκαν. Οι ληστές περικύκλωσαν τις άμαξες και υποχρέωσαν όλους τους περιηγητές να κατεβούν. Πήραν από το λαιμό της Λάιδης Μάνκαστερ ένα διαμαντένιο κόσμημα και οδήγησαν την ομάδα σε μια σπηλιά της Πεντέλης.

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία της εποχής, πλησίασε στο χώρο της αιχμαλωσίας ένα μικρό απόσπασμα έξι στρατιωτών, πιθανώς από το Πικέρμι, οι οποίοι επετέθησαν στους ληστές, αλλά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, όταν οι ληστές απείλησαν ότι θα σκότωναν όλους τους αιχμαλώτους τους.

Οι ληστές, για να είναι πιο ευκίνητοι, απελευθέρωσαν τις γυναίκες, τους 3 τραυματίες χωροφύλακες και τον Ιταλό υπηρέτη, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα πάθαιναν τίποτε οι σύζυγοί των.

Στη συνέχεια, οι ληστές υποχρέωσαν τους αιχμαλώτους τους να στείλουν επιστολές, αναγγέλλοντας στην Αθήνα την ομηρία τους και την απαίτηση καταβολής λύτρων 32.000 αγγλικών λιρών. Λίγο μετά, οι όροι άλλαξαν σε 50.000 αγγλικές λίρες, παροχή αμνηστίας και διακοπή κάθε περαιτέρω καταδίωξης εκ μέρους της Πολιτείας μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η αγγλική πρεσβεία υποστήριξε την άποψη ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί οι όροι των ληστών. Ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος (πολύ σωστά κατά την γνώμη μου) αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση, θεωρώντας ότι η υποχώρηση στις αξιώσεις του Αρβανιτάκη για αμνηστία αποτελούσε απαράδεκτο εξευτελισμό για το κράτος. Η καθυστέρηση της κυβερνητικής απάντησης εξόργισε τους ληστέ,ς και ο λόρδος Μάνκαστερ, ένας από τους συλληφθέντες, ζήτησε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αθήνα, ώστε να στείλει στους ληστές το ποσόν των 25.000 λιρών και να φροντίσει για τη χορήγηση αμνηστίας.  Η ελληνική κυβέρνηση, κατόπιν πιέσεων από την Αγγλική πρεσβεία, δέχεται να δώσει τα χρήματα, αλλά για αμνηστία δεν το συζητά. Οι μέρες περνού,ν οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και οι ληστές σουλατσάρουν ελεύθεροι στην ευρύτερη περιοχή. Μια Κυριακή μάλιστα πάνε και στην εκκλησία του Ωρωπού να παρακολουθήσουν την θεία λειτουργία.

Στις 9 Απριλίου, η κυβέρνηση ανέθεσε στον ταγματάρχη Θεαγένη να πάρει δύο λόχους στρατού και να πάει να ελευθερώσει τους ομήρους. Όντως, το απόσπασμα του Θεαγένη εντόπισε τους ληστές  στην θέση Άγιος Γεώργιος Ωρωπού και επιτέθηκε αμέσως. Μετά από τρίωρη μάχη σκοτώθηκε ένας ληστής, και ο Χρήστος Αρβανιτάκης σκότωσε τον Λόϋντ. Ενώ οι ληστές υποχωρούν, οι στρατιώτες σκότωσαν τέσσερις ακόμη ληστές. Όταν η συμμορία έφτασε στο Δήλεσι, οι Αρβανιτάκηδες, εξαγριωμένοι, διέταξαν τον ληστή Καταραχιά να σφάξει τους άλλους τρεις ομήρους. Τους Μπόιλ, Βίκνερ και Χέμπερτ.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν και δέκα στρατιώτες. Οι επιζώντες από τους ληστές σκορπίστηκαν στα βουνά και η καταδίωξη τους κράτησε μήνες. Όσοι συνελήφθησαν εκτελέσθηκαν σε κοινή θέα στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα, ενώ οι ελάχιστοι που πέρασαν στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία συνελήφθησαν και κρεμάστηκαν από τους Τούρκους.

Οι ληστές κατόρθωσαν να διαφύγουν, και οι συνέπειες υπήρξαν βαριές. Ο φόνος των τεσσάρων περιηγητών από τη συμμορία του Αρβανιτάκη δημιούργησε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο. Ο υπουργός εσωτερικών Ανδρέας Αυγερινός αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 9 Ιουλίου 1870, και το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε από την Αγγλία και την Ιταλία να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων, καταβάλλοντας σε κάθε οικογένεια θύματος από 22.000 λίρες, να αποδώσει τιμές στους νεκρούς και να εκφράσει επίσημα τη λύπη της στις κυβερνήσεις των κρατών αυτών. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε.

Στον ευρωπαϊκό Τύπο η Ελλάδα αναφερόταν ως «φωλέα ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων», «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». Η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το γεγονός, και η αγγλική κυβέρνηση στη Βουλή χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.

Στην δίκη των ληστών, που συνελήφθησαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων «φωτογραφήθηκε» σαν εγκέφαλος της απαγωγής ο Άγγλος τσιφλικάς Φρανκ Νόελ, ο οποίος και παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά απαλλάχθηκε με βούλευμα, λόγω των πιέσεων που άσκησε ο Βρετανός πρεσβευτής Έρσκιν. Όπως αποδείχθηκε, συχνά ο Νόελ προσέφερε καταφύγιο στα απέραντα τσιφλίκια του σε συμμορίες ληστών, όταν η πίεση των καταδιωκτικών αποσπασμάτων γινόταν ανυπόφορη.

Για σχέσεις με τους ληστές κατηγορήθηκε και ο υπουργός στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος, ο οποίος, για να υπερασπιστεί την τιμή του, κάλεσε σε μονομαχία και τραυμάτισε σοβαρά τον συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο. Ο Σούτσος ήταν μεγαλοτσιφλικάς (υπολογίζεται ότι είχε πάνω από 200.000 στρέμματα στην Αττική) γι’ αυτό και χρησιμοποιούσε τους ληστές για να προστατεύουν τις εκτάσεις του. Ανεξάρτητα από το εάν πράγματι ο Σούτσος είχε σχέσεις με τους Αρβανιτάκηδες, γεγονός είναι πως πολλοί πολιτικοί της εποχής χρησιμοποιούσαν συμμορίες ληστών για να πιέζουν τους ψηφοφόρους τους. Η «Σφαγή του Δήλεσι» ήταν ένα από τα πιο θλιβερά γεγονότα της περιόδου, όχι μόνο γιατί στοίχισε στο ελληνικό κράτος αρκετά εκατομμύρια δραχμές, αλλά και επειδή εξαιτίας της καταρρακώθηκε διεθνώς το κύρος της χώρας.

links

 

  • Οι ληστές – 3. Οι Αρβανιτάκηδες και η σφαγή στο Δήλεσι

 

·         Βιογραφικό και βιβλία του συγγραφέα: Εντμόντ Αμπού

CT SPECIAL – «ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ» – «Η ΜΑΧΗ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ»

Το τεύχος των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ «Η ΜΑΧΗ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ» ανήκει στα τεύχη των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ που εκδόθηκαν μόνο στην ελληνική γλώσσα για να καλύψουν θέματα ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας και έχουν γίνει από Έλληνες δημιουργούς. Η ιστορία είναι πολύ γνωστή, τουλάχιστον σε όσους από εμάς πήγαμε στο σχολείο πριν επικρατήσουν οι εθνοαποδομητικές λογικές της τελευταίας δεκαετίας.

Το 480 π.Χ. ο βασιλιάς της Περσίας Ξέρξης με περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες ξεκίνησε την εκστρατεία του εναντίον των ελεύθερων Ελληνικών πόλεων. Σαράντα έξη έθνη της Ασίας και της Αφρικής έδωσαν στον Πέρση μονάρχη τους στρατούς τους και τα πολεμικά τους καράβια.

Ο Περσικός στρατός προχώρησε και έφθασε στο στενό των Θερμοπυλών! Το στενό αυτό πέρασμα προς την νότια Ελλάδα, φρουρούσε ό βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας, επί κεφα­λής της προσωπικής του φρουράς από τριακόσιους Σπαρτιάτες και έξη χιλιάδες Έλληνες, από διάφορες πόλεις.  Την εποχή εκείνη το πέρασμα ήταν πολύ στενότερο από σήμερα. Η ακτογραμμή βρισκόταν περίπου εκεί που βρίσκεται σήμερα η εθνική οδός Αθηνών –Θεσσαλονίκης. Ο Ξέρξης πρότεινε στους Έλληνες να παραδώσουν τα όπλα τους, αλλά ο Λεωνίδας του απάντησε με την γνωστή φράση Μολών λαβέ (έλα να τα πάρεις)!

Οι Πέρσες προσπάθησαν να καταλάβουν τα στενά, όμως οι Έλληνες, πολεμώντας υπέρ βωμών και εστιών, όχι μόνο δεν υποχώρησαν, αλλά αντεπετέθησαν πολλές φορέ,ς προκαλώντας τεράστιες απώλειες στους εισβολείς. Μετά από τρεις ημέρες μάχης, ο Ξέρξης αναγκάσθηκε να ψάξει για διαφορετικούς τρόπους να ξεπεράσει την αντίσταση των Ελλήνων. Ένας κάτοικος της περιοχής, που λεγόταν Εφιάλτης, έδειξε στον Ξέρξη ένα μονοπάτι, για να μπορέσουν οι Πέρσες να περικυκλώσουν τους Έλληνες.

Ο Λεωνίδας, συνειδητοποιώντας ότι δεν έχει πλέον νόημα η άμυνα, διέταξε τους άλλους Έλληνες να φύγουν. Ό ίδιος έμεινε στη θέση του με τριακόσιους Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς. Ο νόμος της Σπάρτης έλεγε ότι οι στρατιώτες της ή θα νικήσουν ή θα σκοτωθούν, χωρίς να φύγουν από τη θέση τους. Εκτός όμως από τον νόμο, την απόφαση του Λεωνίδα την ενέπνευσε ή αγάπη του για την πατρίδα.

Με τη θυσία του αυτή, έδειχνε στον εισβολέα ότι οι Έλληνες δεν φοβούνται τον θάνατο, άλλα και ταυτόχρονα έδινε χρόνο στους άλλους Έλληνες να υποχωρήσουν, ώστε να οργανώσουν την άμυνα σε άλλο σημείο.

Μόλις εμφανίσθηκε ο Περσικός στρατός, οι Σπαρτιάτες επιτέθηκαν εναντίον των Περσών. Όταν σκοτώθηκε ο Λεωνίδας, γύρω από το πτώμα του έγινε μεγάλη μάχη. Σταδιακά, ο ένας μετά τον άλλον, οι Σπαρτιάτες σκοτώθηκαν όλοι. Οι Πέρσες πέρασαν. Η θυσία όμως του Λεωνίδα και των 300 έγινε αιώνιο παράδειγμα φιλοπατρίας και αυτοθυσίας.

Αργότερα, οι Έλληνες, από ευγνωμοσύνη, στήσανε στις Θερμο­πύλες ένα μαρμάρινο λιοντάρι προς τιμήν του Λεωνίδα και χαράξανε σ’ ένα βράχο νεκρικό επίγραμμα προς τιμήν των σκοτωμένων ηρώων:

-«Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι   πειθόμενοι».

Η μάχη των Θερμοπυλών είναι μία από τις λίγες περιπτώσεις στην παγκόσμια ιστορία, στην οποία το στεφάνι της δόξας το πήραν οι ηττημένοι και όχι οι νικητές.

Πολλοί ήταν αυτοί που τίμησαν με λογοτεχνικά έργα ή ιστορικά άρθρα και βιβλία την μάχη των Θερμοπυλών ή εμπνεύσθηκαν από αυτήν. Νομίζω όμως ότι ανάμεσα τους ξεχωρίζει το υπέροχο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ»

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·

δίκαιοι κ’ ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,

πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Ζωγράφοι όπως ο Louis David απεικόνισαν την μάχη, ενώ πολλά βιβλία, περιοδικά, κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και διαδικτυακοί τόποι αναφέρονται σε αυτήν.

Αξίζει να αναφερθούμε στο υπέροχο comic του Franc Miller «300», το οποίο έγινε και κινηματογραφική ταινία πιστή στην αισθητική του comic και χωρίς, κατά την ταπεινή μου άποψη, να διαστρεβλώνει επί της ουσίας τα γεγονότα σε ηθικό επίπεδο.

Επίσης, αξίζει να αναφερθούμε και σε μία άλλη αμερικανική ταινία που είχε γυριστεί στις αρχές της δεκαετίας του 60 στην Ελλάδα, με συμμετοχή Ελλήνων ηθοποιών (Συνοδινού, Μούτσιος, Σταρένιος και όλοι οι κομπάρσοι). Η ταινία είναι η “the 300 Spartans” (με εναλλακτικό τίτλο «Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ») και υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι την είχαμε δει όταν ήμασταν μικροί.

Στην Ελλάδα είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ» όπως ακριβώς κυκλοφόρησε και το αντίστοιχο περιοδικό στις Η.Π.Α.

Τα τελευταία, χρόνια ειδικά μετά την προβολή της ταινίας 300, κυκλοφόρησαν στην αγορά αρκετά σετ από στρατιωτάκια σε κλίμακα 1/72 (όπως π.χ. αυτά της ρωσικής εταιρίας ZVEZDA) με πολύ καλής ποιότητας Σπαρτιάτες και άλλους αρχαίους Έλληνες πολεμιστές. Σε μεγαλύτερη κλίμακα υπήρχαν τα παλιά ελληνικά της ΠΑΛ και της ΑΘΗΝΑ, και πρόσφατα κυκλοφόρησαν και οι εξαιρετικής ποιότητας Σπαρτιάτες της αμερικανικής CONTE (http://www.contecostore.com/plastics_spartans.html)

Εκτός από στρατιωτάκια όμως το όνομα των Σπαρτιατών δόθηκε και δίνεται ακόμη σε πολλά στρατιωτικά οχήματα ή αεροπλάνα όπως το Βρετανικό ανιχνευτικό όχημα Spartan ή το αμερικανικό αεροπλάνο C27J Spartan που το βλέπουμε στην φωτογραφία με ελληνικά εθνόσημα.