Αρχεία Ιστολογίου

CT SPECIAL – ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ – «OI ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΕΩΝ» / ΕΔΜΟΝΔΟΣ ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΑΛΕΝΤΙΝ ΑΜΠΟΥ

Συντάκτης Dan Cooper

Το τεύχος των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ «οι Βασιλείς των ορέων» διαδραματίζεται στην Ελλάδα του Όθωνα και είναι γραμμένο από τον Εντμόντ Φρανσουά Βαλεντίν Αμπού (Edmond Francois Valentin About). Ο Αμπού ήταν Γάλλος συγγραφέας, ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος. Το 1851 ήρθε στην Αθήνα ως υπότροφος της Γαλλικής Σχολής και έμεινε 4 χρόνια περιοδεύοντας την χώρα. Απογοητευμένος από όσα είδε όταν επέστρεψε στο Παρίσι, δημοσίευσε το βιβλίο του Σύγχρονη Ελλάδα (1855), στο οποίο σχολιάζει, επικριτικά (υπερβάλλοντας κάποιες φορές και αδικώντας μας άλλες) την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας. Το μυθιστόρημα «Βασιλείς των Ορέων» δημοσιεύθηκε λίγο μετά και σε αυτό περιγράφεται η κατάσταση που επικρατούσε στην ελληνική επαρχία στο θέμα των ληστρικών συμμοριών, αρκετά μεγαλοποιημένη. Κατά κάποιο τρόπο, ο Αμπού περιγράφει κάποια από τα γεγονότα της σφαγής του Δήλεσι 15 χρόνια πριν αυτά συμβούν. Στο μυθιστόρημα αυτό αντέδρασαν άλλοι υπότροφοι της Γαλλικής Σχολής της Αθήνας, με την δημοσίευση μιας σειράς άρθρών που αμφισβητούσαν την αντικειμενικότητα του Αμπού. Η αμερικανική έκδοση των ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ αναφέρει τις ελληνικές αντιδράσεις για το μυθιστόρημα του Αμπού και ταυτόχρονα στο ίδιο τεύχος παρουσιάζει την δίκη του Σωκράτη για να ισορροπήσει κατά μάλλον τις εντυπώσεις.

Το γεγονός είναι ότι ο Αμπού περιγράφει την πραγματικότητα που βρήκε στην Ελλάδα του 1854, φτώχεια, έλλειψη υποδομών, αδυναμία επιβολής των νόμων της κεντρικής εξουσίας και μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις. Ο Αμπού περιγράφει με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή και όπως είναι φυσικό έχει άποψη για όλα.  Κάποιες φορές υπερβάλλει επειδή του είναι δύσκολο να κατανοήσει τους διαφορετικούς θεσμούς που ισχύουν στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Ίσως να είναι υπερβολικά επικριτικός επειδή προσγειώθηκε ανώμαλα στην ελληνική πραγματικότητα. Του είναι δύσκολο όπως και σε εμάς που ζούμε 150 χρόνια μετά, να συνειδητοποιήσει ότι οι Έλληνες δεν είναι δυνατόν με την υπογραφή της συνθήκης για την απελευθέρωση της Ελλάδας να αλλάξουν αμέσως τρόπο ζωής, συνήθειες και συμπεριφορές που ίσχυσαν για εκατοντάδες χρόνια. Η Ελλάδα προσπαθούσε να γίνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος (πολλές φορές με λάθος τρόπους) αλλά πολύ απείχε ακόμη από το να το κατορθώσει. Και μάλλον εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ ακόμη.

Η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζεται με δυσπιστία (έως εχθρικά) η αστική τάξη είναι σχεδόν ανύπαρκτη και πυρήνας της κοινωνίας είναι η κοινότητα και η εκκλησία. Πολλοί πρώην αγωνιστές της επανάστασης αδυνατούν να προσαρμοσθούν στην ειρηνική περίοδο και κυρίως στον μετασχηματισμό της Ελλάδας σε σύγχρονο κράτος δυτικού τύπου. Οι απαγωγές για λύτρα είναι μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο, όπως είναι και η διαπλοκή ανάμεσα στους ληστές και τους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες. Η αυτοδικία ήταν σε μεγάλο βαθμό αποδεκτή και τα περισσότερα θέματα στις σχέσεις των ανθρώπων καθοριζόταν με βάση εθιμικούς κανόνες και όχι γραπτό δίκαιο. Η ληστεία ήταν κοινωνικά αποδεκτή, ανάλογα με την περιοχή και την συμπεριφορά των ληστών. Εάν οι ληστές τηρούσαν κάποιους κανόνες υπήρχε περίπτωση να θεωρούνται ένα είδος «κοινωνικού αγωνιστή» κάτι σαν τον Ρομπέν των δασών.

Η ληστεία ήταν ένα καθημερινό γεγονός. Οι ληστές έφταναν μέχρι τα προάστια των Αθηνών. Η Αττική ήταν ακόμα γεμάτη από δάση. Οι Αμπελόκηποι ήταν μια χέρσα περιοχή και στην θέση του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» ήταν πυκνό δάσος με βελανιδιές και πεύκα που οι ντόπιοι κυνηγούσαν αγριογούρουνα. Η «Ληστοκρατία» βρισκόταν σε έξαρση κατά την μετεπαναστατική περίοδο, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει αρχικά οι Βαυαροί και στη συνέχεια οι διάφορες κυβερνήσεις για την εξουδετέρωση της, με συνέπεια τα κρούσματα της να είναι συχνά μέχρι και στο δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα, αλλά ακόμη και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου. Η ελληνική ύπαιθρος θεωρείται απολύτως απαλλαγμένη από την ληστεία μόνο μετά την λήξη του εμφυλίου, στις αρχές της δεκαετίας του 1950

Χαρακτηριστικό γεγονός της εποχής είναι η λεγόμενη «Σφαγή του Δήλεσι» (ή δράμα του Ωρωπού) που συνέβη λίγα χρόνια αργότερα στις αρχές του Απριλίου του 1870 στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό είχε τεράστιο αντίκτυπο στις διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Αγγλία αφενός και Ιταλία αφετέρου και οδήγησε τελικά στην πτώση της κυβέρνησης του Θρασύβουλου Ζαΐμη.

Το πρωί της Δευτέρας 29 Μαρτίου του 1870 μια ομάδα Άγγλων κυρίως περιηγητών που την αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο εγγονός του κόμη Γκρέϋ Φρειδερίκος Βίνερ, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο Δικηγόρος Λόϋντ με την σύζυγο και την κόρη του, o γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας της Αθήνας κόμης Αλβέρτος ντε Μπόιλ, ένας Ιταλός υπηρέτης και ένας Έλληνας ξεναγός ο Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, υπάλληλος του ξενοδοχείου Αγγλία, όπου είχε καταλύσει η παραπάνω ομάδα, ξεκίνησαν με δύο άμαξες να επισκεφθούν την ιστορική περιοχή του Μαραθώνα με την συνοδεία και τεσσάρων εφίππων χωροφυλάκων.

Μετά την ολοκλήρωση της ξενάγησης, καθώς επέστρεφαν στην Αθήνα, γύρω στις 16.30 ώρα, ενώ βρισκόταν ανάμεσα στο Πικέρμι και τα Σπάτα, δέχτηκε επίθεση από τη συμμορία των λήσταρχων Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη, που την αποτελούσαν περίπου 25 ληστές. Οι χωροφύλακες επετέθησαν στους ληστές, αλλά η αριθμητική διαφορά ήταν τεράστια, και σύντομα οι δύο σκοτώθηκαν και οι άλλοι δύο τραυματίσθηκαν. Οι ληστές περικύκλωσαν τις άμαξες και υποχρέωσαν όλους τους περιηγητές να κατεβούν. Πήραν από το λαιμό της Λάιδης Μάνκαστερ ένα διαμαντένιο κόσμημα και οδήγησαν την ομάδα σε μια σπηλιά της Πεντέλης.

Σύμφωνα με την ειδησεογραφία της εποχής, πλησίασε στο χώρο της αιχμαλωσίας ένα μικρό απόσπασμα έξι στρατιωτών, πιθανώς από το Πικέρμι, οι οποίοι επετέθησαν στους ληστές, αλλά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, όταν οι ληστές απείλησαν ότι θα σκότωναν όλους τους αιχμαλώτους τους.

Οι ληστές, για να είναι πιο ευκίνητοι, απελευθέρωσαν τις γυναίκες, τους 3 τραυματίες χωροφύλακες και τον Ιταλό υπηρέτη, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα πάθαιναν τίποτε οι σύζυγοί των.

Στη συνέχεια, οι ληστές υποχρέωσαν τους αιχμαλώτους τους να στείλουν επιστολές, αναγγέλλοντας στην Αθήνα την ομηρία τους και την απαίτηση καταβολής λύτρων 32.000 αγγλικών λιρών. Λίγο μετά, οι όροι άλλαξαν σε 50.000 αγγλικές λίρες, παροχή αμνηστίας και διακοπή κάθε περαιτέρω καταδίωξης εκ μέρους της Πολιτείας μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Η αγγλική πρεσβεία υποστήριξε την άποψη ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί οι όροι των ληστών. Ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος (πολύ σωστά κατά την γνώμη μου) αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση, θεωρώντας ότι η υποχώρηση στις αξιώσεις του Αρβανιτάκη για αμνηστία αποτελούσε απαράδεκτο εξευτελισμό για το κράτος. Η καθυστέρηση της κυβερνητικής απάντησης εξόργισε τους ληστέ,ς και ο λόρδος Μάνκαστερ, ένας από τους συλληφθέντες, ζήτησε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αθήνα, ώστε να στείλει στους ληστές το ποσόν των 25.000 λιρών και να φροντίσει για τη χορήγηση αμνηστίας.  Η ελληνική κυβέρνηση, κατόπιν πιέσεων από την Αγγλική πρεσβεία, δέχεται να δώσει τα χρήματα, αλλά για αμνηστία δεν το συζητά. Οι μέρες περνού,ν οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και οι ληστές σουλατσάρουν ελεύθεροι στην ευρύτερη περιοχή. Μια Κυριακή μάλιστα πάνε και στην εκκλησία του Ωρωπού να παρακολουθήσουν την θεία λειτουργία.

Στις 9 Απριλίου, η κυβέρνηση ανέθεσε στον ταγματάρχη Θεαγένη να πάρει δύο λόχους στρατού και να πάει να ελευθερώσει τους ομήρους. Όντως, το απόσπασμα του Θεαγένη εντόπισε τους ληστές  στην θέση Άγιος Γεώργιος Ωρωπού και επιτέθηκε αμέσως. Μετά από τρίωρη μάχη σκοτώθηκε ένας ληστής, και ο Χρήστος Αρβανιτάκης σκότωσε τον Λόϋντ. Ενώ οι ληστές υποχωρούν, οι στρατιώτες σκότωσαν τέσσερις ακόμη ληστές. Όταν η συμμορία έφτασε στο Δήλεσι, οι Αρβανιτάκηδες, εξαγριωμένοι, διέταξαν τον ληστή Καταραχιά να σφάξει τους άλλους τρεις ομήρους. Τους Μπόιλ, Βίκνερ και Χέμπερτ.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν και δέκα στρατιώτες. Οι επιζώντες από τους ληστές σκορπίστηκαν στα βουνά και η καταδίωξη τους κράτησε μήνες. Όσοι συνελήφθησαν εκτελέσθηκαν σε κοινή θέα στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα, ενώ οι ελάχιστοι που πέρασαν στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία συνελήφθησαν και κρεμάστηκαν από τους Τούρκους.

Οι ληστές κατόρθωσαν να διαφύγουν, και οι συνέπειες υπήρξαν βαριές. Ο φόνος των τεσσάρων περιηγητών από τη συμμορία του Αρβανιτάκη δημιούργησε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο. Ο υπουργός εσωτερικών Ανδρέας Αυγερινός αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 9 Ιουλίου 1870, και το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε από την Αγγλία και την Ιταλία να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων, καταβάλλοντας σε κάθε οικογένεια θύματος από 22.000 λίρες, να αποδώσει τιμές στους νεκρούς και να εκφράσει επίσημα τη λύπη της στις κυβερνήσεις των κρατών αυτών. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε.

Στον ευρωπαϊκό Τύπο η Ελλάδα αναφερόταν ως «φωλέα ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων», «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». Η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο το γεγονός, και η αγγλική κυβέρνηση στη Βουλή χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.

Στην δίκη των ληστών, που συνελήφθησαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων «φωτογραφήθηκε» σαν εγκέφαλος της απαγωγής ο Άγγλος τσιφλικάς Φρανκ Νόελ, ο οποίος και παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά απαλλάχθηκε με βούλευμα, λόγω των πιέσεων που άσκησε ο Βρετανός πρεσβευτής Έρσκιν. Όπως αποδείχθηκε, συχνά ο Νόελ προσέφερε καταφύγιο στα απέραντα τσιφλίκια του σε συμμορίες ληστών, όταν η πίεση των καταδιωκτικών αποσπασμάτων γινόταν ανυπόφορη.

Για σχέσεις με τους ληστές κατηγορήθηκε και ο υπουργός στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος, ο οποίος, για να υπερασπιστεί την τιμή του, κάλεσε σε μονομαχία και τραυμάτισε σοβαρά τον συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο. Ο Σούτσος ήταν μεγαλοτσιφλικάς (υπολογίζεται ότι είχε πάνω από 200.000 στρέμματα στην Αττική) γι’ αυτό και χρησιμοποιούσε τους ληστές για να προστατεύουν τις εκτάσεις του. Ανεξάρτητα από το εάν πράγματι ο Σούτσος είχε σχέσεις με τους Αρβανιτάκηδες, γεγονός είναι πως πολλοί πολιτικοί της εποχής χρησιμοποιούσαν συμμορίες ληστών για να πιέζουν τους ψηφοφόρους τους. Η «Σφαγή του Δήλεσι» ήταν ένα από τα πιο θλιβερά γεγονότα της περιόδου, όχι μόνο γιατί στοίχισε στο ελληνικό κράτος αρκετά εκατομμύρια δραχμές, αλλά και επειδή εξαιτίας της καταρρακώθηκε διεθνώς το κύρος της χώρας.

links

 

  • Οι ληστές – 3. Οι Αρβανιτάκηδες και η σφαγή στο Δήλεσι

 

·         Βιογραφικό και βιβλία του συγγραφέα: Εντμόντ Αμπού

CT SPECIAL – ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ – «ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΚΟΜΗΤΗ» / ΙΟΥΛΙΟΣ ΒΕΡΝ

Αν και δεν υπήρξα ποτέ λάτρης τών Κλασσικών Εικονογραφημένων, στη βιβλιοθήκη μου υπήρχε ένα τεύχος, το οποίο είχα ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα. Πρόκειται για το τεύχος 1077, με τίτλο πάνω σ’ ένα κομήτη, τού Ιουλίου Βερν, ο οποίος δεν νομίζω να χρειάζεται άλλες συστάσεις.

Ο λόγος είναι πολύ απλός: επρόκειτο για μία άγνωστη σε μένα ιστορία τού Βερν, η οποία όμως φαινόταν ότι είχε πολύ ενδιαφέρον. Έτσι, ο μόνος τρόπος, να διαβάσω την ιστορία, ήταν να αγοράσω την εκδοχή της σε Κλασσικά Εικονογραφημένα!

Το βιβλίο, στο οποίο βασίζεται το τεύχος, είναι το Hector Servadac — voyages et aventures à travers le monde solaire ή, όπως αποδόθηκε στα Ελληνικά, Εκτόρ Σερβαντάκ — ταξίδια και περιπέτειες στο ηλιακό σύστημα. Πρωτοκυκλοφόρησε σε συνέχειες μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 15ης Δεκεμβρίου 1877, στο περιοδικό Magazine d’ Éducation et de Récréation.

Αν δεν σας λέει κάτι ούτε ο πρωτότυπος τίτλος, αυτό είναι διότι το βιβλίο πρέπει να πρωτοκυκλοφόρησε στα Ελληνικά μόλις το 2011, οπότε πιστεύω ότι αξίζει να αναφερθούμε και σ’ αυτή την έκδοση.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Την πρωτοχρονιά τού έτους χίλια οκτακόσια τόσο, ο Γάλλος υπολοχαγός Εκτόρ Σερβαντάκ (Hector Servadac) και ο Ρώσος κόμης Βασίλη Τιμάσχιεφ (Wassili Timascheff, Βασίλι Τιμάσεφ στην ελληνική έκδοση του βιβλίου) έχουν συμφωνήσει να μονομαχήσουν για χάρη μιας γυναίκας, σε μια ακτή τής Αλγερίας. Πριν συναντηθούν, όμως, συμβαίνει κάποια φυσική καταστροφή, και ο λοχαγός Σερβαντάκ, μαζί με την ορντινάντσα του, τον Μπεν Ζουφ (Ben-Zouf, Μπεν-Ζουφ) χάνουν τις αισθήσεις τους. Όταν συνέρχονται, διαπιστώνουν ότι ο κόσμος γύρω τους έχει αλλάξει. Το κομμάτι τής Αλγερίας, στο οποίο βρίσκονταν, έχει μετατραπεί σε νησί, ο ήλιος ανατέλλει στη δύση, η διάρκεια τής μέρας έχει περιοριστεί στο μισό, και η βαρύτητα είναι πολύ μικρότερη.

Μετά από κάποιες μέρες, εμφανίζεται και το πλοίο τού κόμη Τιμάσχιεφ, το οποίο είχε χαθεί σε μια ξαφνική καταιγίδα, που ξέσπασε όταν έγινε η καταστροφή. Κυβερνήτης είναι ο πλοίαρχος Προκόπιος (lieutenant Procope, υποπλοίαρχος Προκόπ). Δεδομένων τών περιστάσεων, οι δύο εχθροί δίνουν τα χέρια και ξεκινάνε με το πλοίο να εξερευνήσουν.

Στο ταξίδι τους, πέρα από μια ρηχή θάλασσα με ομοιόμορφο βάθος, δεν συναντούν σχεδόν καθόλου ξηρά. Μαζεύουν κάτι λίγους επιζώντες, μεταξύ τών οποίων ένα κοριτσάκι ονόματι Νίνα (Nina) και, πηγαίνοντας συνέχεια ανατολικά, φθάνουν σε ένα νησάκι, που συνειδητοποιούν ότι είναι το Γιβραλτάρ, που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται στη δύση. Εκεί συναντούν τη βρετανική φρουρά, η οποία τηρεί μια στάση «Μεγάλη Βρετανία και ξερό ψωμί», οπότε επιστρέφουν πίσω στο νησί απ’ όπου ξεκίνησαν.

Οι ενδείξεις είναι πλέον σαφείς: δεν βρίσκονται πάνω στη γη, αλλά σ’ ένα μικρό ουράνιο σώμα, το οποίο, περνώντας ξυστά από τη γη, απέσπασε κάποια κομμάτια της, τα οποία βρίσκονται τώρα πάνω του!

Επιστρέφοντας στο νησί, βρίσκουν ότι έχει έρθει άλλο ένα πλοίο, με κάτι Ισπανούς επιζώντες και τον ιδιοκτήτη τού πλοίου, τον Αλγκόρ Χακαμπάτ (Isac Hakhabut, Ισαάκ Χακχαμπούτ/Χακαμπούτ). Στην εκδοχή τών Κλασσικών Εικονογραφημένων, πέρα από αυτή την αναφορά στο (τροποποιημένο) όνομά του, ο κύριος αυτός δεν εμφανίζεται καθόλου. Στο βιβλίο είναι ο «κακός» τής παρέας, ένας παραδόπιστος έμπορος και τοκογλύφος, που κλέβει στο ζύγι και μόνο μέλημά του είναι πώς θα βγάλει όλο και περισσότερα χρήματα, χωρις να ξοδέψει ούτε δεκάρα.

Καθώς ο κομήτης, στον οποίον βρίσκονται, αρχίζει να απομακρύνεται από τον ήλιο, και η θερμοκρασία να πέφτει ανησυχητικά, αρχίζουν οι ετοιμασίες για το μακρύ χειμώνα. Με τα καύσιμα να είναι περιορισμένα, ως σωτήρια λύση παρουσιάζεται ένα ενεργό ηφαίστειο, η λάβα τού οποίου παρέχει φυσική θέρμανση. Διαμορφώνουν, λοιπόν, μέσα στο ηφαίστειο, ένα χώρο κατοικίας, τον οποίον ονομάζουν, προς τιμήν τής Νίνας, «το σπίτι τής Νίνας» (Nina-Ruche (=η κυψέλη τής Νίνας), Νίνα-Ρους).

Εκεί έρχεται με ένα ταξιδιωτικό περιστέρι ένα μήνυμα για βοήθεια. Φτιάχνοντας ένα έλκηθρο, διασχίζουν την παγωμένη θάλασσα και βρίσκουν μισοπεθαμένο τον αποστολέα τού μηνύματος, ο οποίος δεν είναι άλλος από ένα παλιό καθηγητή τού Σερβαντάκ, τον καθηγητή Ροσέτ (Palmyrin Rosette, Παλμιρίν Ροζέτ).

Ο καθηγητής επιβεβαιώνει ότι όντως βρίσκονται πάνω σ’ ένα κομήτη, τον οποίον παρακολουθούσε πριν την καταστροφή, και στον οποίο είχε δώσει το όνομα Γαλατία (Gallia, Γκάλια). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, η τροχιά τού κομήτη διαρκεί ακριβώς δύο χρόνια, και έτσι, δύο χρόνια μετά την πρώτη διέλευσή του ξυστά από τη Γη, τα δύο σώματα θα ξανασυναντιόντουσαν.

Ψάχνοντας να βρουν πώς θα γλιτώσουν από μια ενδεχόμενη σύγκρουση τού κομήτη με τη Γη, καταλήγουν στο να φτιάξουν ένα αερόστατο, στο οποίο θα επιβιβαστούν λίγο πριν τη σύγκρουση, ελπίζοντας να τους τραβήξει η Γη, για να γυρίσουν πίσω. Αυτό κάνουν και, όσο κι’ αν φαίνεται απίθανο, προσγειώνονται στην Αλγερία, ακριβώς εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει!

Κάπου εδώ τελειώνει η εκδοχή τών Κλασσικών Εικονογραφημένων. Σύμφωνα με το βιβλίο, επειδή κανένας δεν θα τους πίστευε, κανείς δεν μίλησε για τις περιπέτειές τους, εκτός από τον καθηγητή, τον οποίον όλοι τον παίρναν για τρελό. Δεδομένου ότι ένας κομήτης που περνάει ξυστά από τη Γη όχι μία, αλλά δύο φορές, δεν είναι κάτι που θα διέφευγε από την προσοχή τών αστρονόμων, και σίγουρα κάποιος θα είχε προσέξει ότι ο βράχος τού Γιβραλτάρ έλειπε, ο Βερν αφήνει να εννοηθεί ότι όσα περιέγραψε ίσως και να μην είχαν συμβεί. Το τι ακριβώς κάναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι επί δύο χρόνια και πώς έτυχε να βρεθούνε όλοι μαζί, αυτό παραμένει άγνωστο.

Το κάπως περίεργο αυτό τέλος οφείλεται σε μια αλλαγή τής τελευταίας στιγμής. Αρχική πρόθεση τού Βερν ήταν να τελειώσει την ιστορία του με τον κομήτη να πέφτει στη γη, σκοτώνοντάς τους όλους, αλλά ο εκδότης του διαφώνησε, και τον έβαλε ν’ αλλάξει το τέλος. Μόνη ένδειξη, για το δυσάρεστο τέλος που ήθελε να δώσει ο Βερν στην ιστορία, παραμένει το όνομα του ήρωα, το οποίο, αν διαβαστεί ανάποδα, από Servadac γίνεται cadavres, δηλαδή πτώματα!

Άλλο πρόβλημα, που συνάντησε το βιβλίο, ήταν με την καρικατούρα τού Γερμανοεβραίου Ισαάκ Χακαμπούτ, η οποία προκάλεσε την οργή τού ραβίνου τού Παρισιού. Έγινε μια απόπειρα επανορθώσεως, αλλάζοντας τις αναφορές στον Χακαμπούτ από Εβραίο σε Ισαάκ, αλλά το αντιεβραϊκό αίσθημα είναι διάχυτο στις σκηνές όπου εμφανίζεται ο χαρακτήρας αυτός. Ίσως γι’ αυτό, στην έκδοση για τα Κλασικά Εικονογραφημένα, ο Χακαμπούτ αντικαταστάθηκε από μια απλή αναφορά στο όνομά του, κι’ αυτό αλλαγμένο, ώστε να μην είναι Εβραϊκό.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο δεύτερο μέρος, όπου εμφανίζεται ο καθηγητής Ροζέτ, η δράση σχεδόν σταματά, αντικαθιστώμενη από εκτενείς επιστημονικές συζητήσεις. Εγώ τις διάβασα με ενδιαφέρον, το οποίο, φαντάζομαι ότι θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο αν είχα διαβάσει το βιβλίο μικρός. Κατάλαβα, όμως, τι εννοούσε η μητέρα μου, όταν έλεγε ότι δεν τής άρεσε ο Βερν, επειδή είχε μεγάλες περιγραφές. Προφανώς δεν εννοούσε τις περιγραφές τών τόπων όπου διαδραματιζόντουσαν οι διάφορες περιπέτειες, αλλά τις εκτενείς επιστημονικές περιγραφές!

Το κείμενο του βιβλίου μπορείτε να το βρείτε στα Γαλλικά, Αγγλικά, Ρωσικά, Πολωνικά και Ουγγρικά εδώ, ενώ την αυθεντική εικονογράφηση τού Paul Philippoteaux, μπορείτε να τη βρείτε εδώ.

Οι πληροφορίες για τα προβλήματα, που είχε το βιβλίο, αντλήθηκαν από το σχετικό αγγλικό άρθρο στη Wikipedia.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Όπως αναφέραμε και στην αρχή, το βιβλίο αυτό δεν πρέπει να είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα μέχρι το 2011. Τον Ιανουάριο τού 2011, κυκλοφόρησε από την εταιρεία 4 Πι Ειδικές Εκδόσεις, ως μέρος μιας σειράς που κυκλοφορεί στα περίπτερα. Παρά το ότι πρόκειται για βιβλίο που κυκλοφορεί στα περίπτερα, σε χαμηλή τιμή, πρόκειται για μια πολύ φροντισμένη έκδοση. Καλοδεμένο βιβλίο, με σκληρό εξώφυλλο γεμάτο χρυσοτυπίες, τυπωμένο σε καλό χαρτί, με την αυθεντική εικονογράφηση τού Paul Philippoteaux. Μέχρι και ενσωματωμένη κορδέλα για σελιδοδείκτη έχει! Η μετάφραση είναι στρωτή και σου δίνει την εντύπωση ότι διαβάζεις ελληνικό πρωτότυπο και όχι μετάφραση, όπως δυστυχώς συμβαίνει συχνά στις μέρες μας. Ο μεταφραστής, μάλιστα, έκανε πολύ περισσότερο από το καθήκον του, καθώς γέμισε το κείμενο με υποσημειώσεις (τις οποίες, στην εισαγωγή, μάς προτρέπει να αγνοήσουμε, αν δεν μας ενδιαφέρουν), όπου δίνει τα ισοδύναμα τών μεγεθών σε πόδια, λεύγες και δεν συμμαζεύεται, που αναφέρει ο Βερν, εξηγεί ποιες είναι οι διάφορες, άγνωστες για μας, προσωπικότητες της εποχής, που αναφέρουν οι ήρωες εν παρόδω, και το πιο σημαντικό, πού έχει κάνει λάθος ο Βερν στα επιστημονικά του δεδομένα ή πώς τα σύγχρονα δεδομένα έχουν ανατρέψει τις τότε κρατούσες επιστημονικές θεωρίες.

Αν έχω ένα παράπονο, είναι ότι το όνομα Hector Servadac αποδίδεται ως Εκτόρ Σερβαντάκ και όχι ως Έκτωρ Σερβαντάκ.  Περιέργως, το ίδιο έγινε και στα Κλασσικά Εικονογραφημένα, παρ’ όλον ότι εκεί απέδωσαν τον Procope ως Προκόπιο. Ελληνικό όνομα είναι, γιατί εφάρμοσαν την απλογραφία, που προορίζεται για την απόδοση ξένων ονομάτων; Άσε που λίγη καθαρεύουσα νομίζω ότι ταιριάζει στο Βερν, ιδίως στους τίτλους!

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Έχουν γυριστεί δύο ταινίες, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι βασισμένες στο βιβλίο τού Βερν.

Η πρώτη είναι το Valley of the Dragons, τού 1961, σε σκηνοθεσία Edward Bernds, και πρωταγωνιστές τον Cesare Danova στο ρόλο τού Εκτόρ Σερβαντάκ (ή, μάλλον, Χέκτορ Σέρβαντακ, Αμερικανιστί) και τον Sean McClory στο ρόλο τού Ιρλανδού Michael Denning, ο οποίος αντικατέστησε το Ρώσο κόμη ως αντίπαλος του Σερβαντάκ στη μονομαχία που ανοίγει την ιστορία.

Η ταινία ξεκινά με τη μονομαχία, η οποία διακόπτεται ξαφνικά από την έλευση τού κομήτη. Από εκεί και πέρα, η ταινία πετάει το βιβλίο και μας πηγαίνει σε ένα κόσμο με ζούγκλες, δεινόσαυρους, πρωτόγονους ανθρώπους, πανέμορφες κοπέλες που περιμένουν πότε θα εμφανιστεί κανένας καλοξυρισμένος άντρας για να πέσουν στην αγκαλιά του και, βέβαια, το απαραίτητο ηφαίστειο, που εκρήγνυται προς το τέλος τής ταινίας!

Περιέργως, η ταινία είναι καλογυρισμένη και βλέπεται ευχάριστα, με πολύ καλά ειδικά εφέ. Σε αντίθεση με τους περίφημους δεινόσαυρους τού Harryhausen, δεν έχεις ποτέ την αίσθηση ότι βλέπεις κάτι φτιαχτό. Συνέχεια αναρωτιέσαι αν έβλεπες καλοφτιαγμένες μαριονέτες ή καλά εκπαιδευμένες (και, ενδεχομένως, μασκαρεμένες) σαύρες. Εκπαιδεύονται, όμως οι σαύρες; Όσο για την έκρηξη τού ηφαιστείου, αυτή ήταν θεαματικότατη.

Εδώ μπορείτε να δείτε ολόκληρη την ταινία:

Η δεύτερη ταινία είναι το Na kometě (= στον κομήτη) τού 1970, γυρισμένη από τον Τσέχο σκηνοθέτη Karel Zeman, η οποία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο η κιβωτός τού κ. Σερβαντάκ. Ο Karel Zeman μάς έχει δώσει κάποιες εκπληκτικές ταινίες, όπως το Baron Prásil (Βαρόνος Μυνχάουζεν) και το θαυμαστό κόσμο τού Ιουλίου Βερν, οι οποίες, με εκτεταμένη χρήση ματ υποβάθρων και έντονα γραμμοσκιασμένων σκηνικών, μοιάζουν σαν να είναι ζωντανεμένες γκραβούρες, από αυτές που εικονογραφούσαν τα βιβλία τού 19ου αιώνα.

Εδώ ο Zeman χρησιμοποιεί μια λίγο διαφορετική τεχνική. Με χρήση ματ υποβάθρων και με επιλεκτική επιχρωμάτιση τής ταινίας, η ταινία μοιάζει με ζωντανεμένες καρτ ποστάλ τού 19ου αιώνα.

Η ταινία είναι μια αντιπολεμική σάτιρα, που πετάει κι’ αυτή το βιβλίο απ’ το παράθυρο, κρατώντας μόνο το όνομα τού ήρωα και την ιδέα τής μετάβασης στον κομήτη. Ο λοχαγός Σερβαντάκ, στρατιωτικός τοπογράφος, όπως και στο βιβλίο, πέφτει από ένα γκρεμό στη θάλασσα, κατά τη διάρκεια κάποιων μετρήσεων. Όταν συνέρχεται, βρίσκει σκυμμένη από πάνω του την κοπέλα από μια καρτ ποστάλ που είχε αγοράσει εκείνη τη μέρα, η οποία κοπέλα το είχε σκάσει από ένα πλοίο ενός λαθρεμπόρου όπλων, όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη, ο οποίος λαθρέμπορος μόλις είχε πουλήσει όπλα σε έναν Άραβα, που ήθελε να γίνει βασιλιάς τής περιοχής, επιτεθέμενος στο φρούριο τής Γαλλικής δύναμης κατοχής, και πάει λέγοντας. Παραμύθι σκέτο!

Φυσικά, εκείνη την ώρα εμφανίζεται στον ουρανό ο κομήτης και, χωρίς πολλά πολλά, όλοι οι ήρωες βρίσκονται πάνω του. Στην αρχή, όλοι συνεχίζουν όπως πριν, οι Άραβες συνεχίζοντας να επιτίθενται, και οι Γάλλοι στρατιωτικοί συνεχίζοντας να αμύνονται, με τη χαρακτηριστική λογική (ή μάλλον έλλειψη λογικής) που χαρακτηρίζει το στρατό. Κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι ο κομήτης, πάνω στον οποίο βρίσκονται, θα πέσει πάνω στον Άρη, οπότε, καταλαβαίνοντας τη ματαιότητα τού πολέμου τους, δίνουν τα χέρια και γίνονται φίλοι. Μέχρι, βέβαια, να αποδειχθεί ότι τελικά δεν θα συγκρουστούν, οπότε ξαναρχίζουν τις εχθροπραξίες.

Η ταινία τελειώνει με τον Σερβαντάκ να ξαναπέφτει στο γκρεμό, αλλά αυτή τη φορά να τον σώζει η ορντινάντσα του. Όσα είδαμε, από την πρώτη πτώση και μετά, μάλλον ήταν όλα ένα όνειρο.

Ναι, η ταινία έχει κι’ αυτή δεινoσαύρους, αλλά αυτοί εμφανίζονται λίγο, ίσα ίσα για να δείξουν τη βλακεία τού στρατιωτικού μυαλού: βλέποντας τον τρόπο, με τον οποίον το έβαλαν στα πόδια οι δεινόσαυροι, ακούγοντας κάποιες κατσαρόλες να πέφτουν, αντικατέστησαν όλα τα κανόνια τους με… τεντζερέδες, οι οποίοι, βέβαια, δεν κάναν τίποτε εναντίον τών επιτιθεμένων Αράβων!

Την ταινία, όπως και άλλες τού Zeman, την έχει παίξει κατά καιρούς η ΕΡΤ, οπότε αξίζει να έχετε το νου σας, μην την ξαναπαίξουν. Μέχρι τότε, μπορείτε να πάρετε μια ιδέα στο youtube.

Εδώ έχει την ταινία με γαλλικούς υποτίτλους:

ενώ εδώ την έχει σε πολύ καλύτερη ποιότητα εικόνας, αλλά με μεταγλώτιση στα Ρωσικά: